Περπατά στο κέντρο
μιάς Αλκυονίδας ημέρας.
Περπατά και το σώμα ψηλώνει
στο άγγιγμα του αέρα -
τα μάτια κοιτούν ήσυχα στο βάθος -
η ακοή σιωπά.
Ό,τι νοιώθει ορθώνεται
απερίγραπτο
και με δέος στέκεται εμπρός του.
Γιατί - νάτος.
Ο πατέρας.
Τόσο κοντά - τόσο μακρυά.
Ο πατέρας.
Τις προάλλες -
τόσο κοντά, τόσο μακρυά,
ο πατέρας στεκόταν στο μπαλκόνι
- με την γιαγιά - και έγνεφαν
γειά σου και καλό σου ταξίδι.
Τότε, αληθινά δάκρυα ανέβηκαν
στις άκρες των ματιών,
μα δεν στάλαξαν στα μάγουλα.
Τόσος βαθύς πόνος
και τόση χαρά.
Τα σιωπηλά δάκρυα κυλούν
καυτά - αόρατα.
Γύρω - η ελπίδα και το φως
και όλα τα ωραία πράγματα του κόσμου.
Ο πατέρας.
- Δίπλα.
Τόσο κοντά - τόσο μακρυά,
γελάει.
Νέος και όμορφος και αθάνατος.
Γι' αυτό θα φύγει.
Θα πάει μιά βολτίτσα.
Θα δει τον πατέρα στο μπαλκόνι
- ίσως και την γιαγιά - να γνέφουν
γειά σου και καλώς ήρθες.
Θα είναι εκεί.
Θα έχει θάλασσα.
Τα κύματα θα γυρίζουν τις πέτρες
ωραία ως παιδιά που παίζουν
στο ακρογιάλι.
Ο αέρας θα μοσχοβολά λεμόνι
και λίγο πορτοκάλι.
Θα...
Παύση.
Παύση.
Τώρα πια.
Βλέπουμε.
Δεν είστε εδώ.
Δεν είσαι πια εδώ.
Κι εμείς μεγαλώνουμε.
(Στον Σωτήρη)
Μαρία Παπαδάκη
