Η πέτρα που κυλάει

Η πέτρα που κυλάει

Διήγημα του Σόμερσετ Μωμ από την συλλογή On a chinese screen του 1922

Είχα ακούσει την εκπληκτική του ιστορία πριν δω τον ίδιο, και περίμενα κάποιον με εντυπωσιακή εμφάνιση. Μου φαινόταν ότι ένας άνθρωπος που είχε ζήσει τέτοιες μοναδικές εμπειρίες θα είχε και εξωτερικά κάτι το αξιοπρόσεκτο. Αλλά είδα ένα άτομο στου οποίου τη μορφή δεν υπήρχε τίποτα εξαιρετικό. Ήταν πιο μικρόσωμος από τον μέσο όρο, κάπως αδύναμος, ηλιοκαμένος, με μαλλιά που είχαν αρχίσει να γκριζάρουν αν και ήταν ακόμα κάτω των τριάντα, και μάτια καστανά. Έμοιαζε με πολλούς άλλους και θα χρειαζόταν να τον δεις πάνω από πέντε φορές για να θυμηθείς ποιος ήταν. Αν τον συναντούσες πίσω απ’το ταμείο ενός πολυκαταστήματος ή στην καρέκλα ενός χρηματιστηριακού γραφείου, θα πίστευες ότι ήταν στο στοιχείο του απολύτως. Αλλά θα τον πρόσεχες τόσο ελάχιστα όσο και το ταμείο ή την καρέκλα. Λίγα πράγματα επάνω του τραβούσαν την προσοχή των άλλων, κάτι που κατέληγε να είναι ενδιαφέρον: το πρόσωπό του, άδειο, χωρίς σημασία, σου θύμιζε τον κενό τοίχο ενός κινέζικου παλατιού Μαντζού σ’έναν βρώμικο δρόμο, πίσω απ’τον οποίο ήξερες ότι υπήρχαν ζωγραφισμένες αυλές, σκαλιστοί δράκοι και ποιος ξέρει τι άλλες διακριτικές και περίπλοκες μορφές ζωής.

Αλλά ολόκληρη η καριέρα του ήταν αξιόλογη. Γιος ενός κτηνιάτρου, είχε χρηματίσει δημοσιογράφος του αστυνομικού δελτίου στα δικαστήρια του Λονδίνου και στη συνέχεια είχε εργαστεί σαν συνοδός σ’ένα εμπορικό πλοίο που πήγαινε στο Μπουένος Άϊρες.  Εκεί εγκατέλειψε την υπηρεσία του και με κάποιο τρόπο άρχισε να τριγυρίζει στη Νότιο Αμερική. Από ένα λιμάνι της Χιλής κατάφερε να φτάσει στις Μαρκησίους Νήσους όπου έξι μήνες έζησε εκμεταλλευόμενος τους ιθαγενείς, πάντα έτοιμος να προσφέρει φιλοξενία σε κάποιον λευκό και στη συνέχεια, ζητιανεύοντας τον ναύλο του σε μια σκούνα προς Ταϊτή, πήγε μέχρι το Αμόϋ σαν δεύτερος αξιωματικός ενός σαπιοκάραβου που μετέφερε Κινέζους εργάτες στα Νησιά της Εταιρείας.

Αυτά συνέβησαν εννιά χρόνια πριν τον γνωρίσω και από τότε ζούσε στην Κίνα. Αρχικά βρήκε δουλειά στην Βρετανο-Αμερικανική Εταιρεία Καπνού, αλλά μετά από δυο χρόνια του φάνηκε μονότονη. Έχοντας αποκτήσει κάποιες γνώσεις της γλώσσας προσελήφθη από μια εταιρεία διανομής φαρμάκων σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της χώρας. Επί τρία χρόνια περιπλανιόταν στην ύπαιθρο πουλώντας χάπια και στο τέλος κατάφερε να αποταμιεύσει οκτακόσια δολλάρια. Έτσι το έσκασε και πάλι.

Τότε ήταν που άρχισε η πιο αξιοπερίεργη απ’όλες τις περιπέτειές του. Ξεκίνησε από το Πεκίνο για ένα ταξίδι κατά μήκος της χώρας, ντυμένος σαν φτωχός Κινέζος, με ένα πτυσσόμενο στρώμα, μια κινέζικη πίπα και την οδοντόβουρτσά του. Διανυκτέρευε σε κινέζικα πανδοχεία, στοιβαγμένος στα καγκ* μαζί με άλλους οδοιπόρους και έτρωγε τα κινέζικα φαγητά. Αυτό και μόνο δεν ήταν εύκολο πράγμα. Χρησιμοποιούσε ελάχιστα το τραίνο, πηγαίνοντας ως επί το πλείστον πεζή ή με κάρρο ή μέσω του ποταμού. Διέσχισε το Σένσι και το Σάνσι. Περπάτησε στα ανεμοδαρμένα υψίπεδα της Μογγολίας και διακινδύνευσε τη ζωή του στο βαρβαρικό Τουρκεστάν. Πέρασε ατέλειωτες εβδομάδες με τους νομάδες της ερήμου και ταξίδεψε με τα καραβάνια που μετέφεραν πλάκες συμπιεσμένου τσαγιού στο άγριο ξερό τοπίο της ερήμου Γκόμπι. Στο τέλος, μετά από τέσσερα χρόνια, έχοντας ξοδέψει και το τελευταίο του δολλάριο, επέστρεψε ξανά στο Πεκίνο.

Προσπάθησε και πάλι να βρει δουλειά. Ο ευκολότερος τρόπος για να κερδίσει χρήματα φάνηκε να είναι το γράψιμο και ο αρχισυντάκτης μιας από τις αγγλικές εφημερίδες της Κίνας προσφέρθηκε να δημοσιεύσει μια σειρά άρθρων σχετικών με τα ταξίδια του. Υποθέτω πως η δική του μοναδική δυσκολία θα ήταν τι να διαλέξει ανάμεσα στις τόσες εμπειρίες του. Ήξερε πράγματα που ίσως κανένας άλλος Άγγλος δεν τα γνώριζε. Είχε δει παράξενες, εντυπωσιακές, τρομερές, διασκεδαστικές και απρόσμενες σκηνές. Δεν λέω ότι ήταν αδύνατον να διαβαστούν τα άρθρα του, ίσα-ίσα έδειχναν προσεκτική παρατήρηση και συμπόνοια. Αλλά τα είχε δει όλα ανάκατα και έμοιαζαν μόνο σαν αντικείμενα τέχνης. Ήταν σαν τον κατάλογο των Καταστημάτων Στρατού και Ναυτικού, ένα ορυχείο για τον άνθρωπο που διαθέτει φαντασία, αλλά σαν θεμέλιο της λογοτεχνίας περισσότερο παρά σαν την λογοτεχνία αυτή καθ’εαυτή. Ο ίδιος ήταν σαν τον φυσιοδίφη που συλλέγει υπομονητικά άπειρα στοιχεία αλλά δεν έχει το χάρισμα να βγάζει γενικά συμπεράσματα. Τα στοιχεία μένουν στοιχεία και περιμένουν τον εγκέφαλο που θα είναι πιο πολυσύνθετος και θα τα συνδυάσει μεταξύ τους. Δεν συνέλεγε ούτε φυτά ούτε ζώα αλλά ανθρώπους. Η συλλογή του δεν είχε προηγούμενο αλλά οι γνώσεις του ήταν ελλιπείς.

Όταν τον γνώρισα, προσπάθησα να διακρίνω με ποιο τρόπο τον είχαν επηρεάσει οι ποικίλες εμπειρίες του. Αλλά ενώ είχε να πει ένα σωρό ανεκδοτολογίες, και ήταν ένας πρόσχαρος, φιλικός τύπος, πρόθυμος να μιλήσει ώρα για όσα είχε δει, δεν μπόρεσα ν’ανακαλύψω αν οι περιπέτειές του τον είχαν αγγίξει πραγματικά εις βάθος. Το ένστικτο να κάνει όλα τα περίεργα πράγματα που είχε κάνει έδειχνε ότι υπήρχε μέσα του έστω και ένα ίχνος από κάτι το παράξενο. Ο πολιτισμένος κόσμος τον ενοχλούσε και είχε το πάθος να βγει από την πεπατημένη. Τα παράδοξα της ζωής τον διασκέδαζαν. Είχε ακόρεστη περιέργεια. Αλλά πιστεύω ότι οι εμπειρίες του ήταν απλώς του σώματος και δεν μεταφράζονταν ποτέ σε εμπειρίες της ψυχής. Ίσως γι’αυτό κατά βάθος ένοιωθες ότι ήταν κοινότοπος σαν χαρακτήρας. Το ότι το ύφος του ήταν ασήμαντο αποτελούσε πραγματική ένδειξη ότι η ψυχή του ήταν επίσης ασήμαντη. Πίσω από τον κενό τοίχο υπήρχε όντως το κενό.

Σίγουρα αυτός ήταν ο λόγος που ενώ μπορούσε να γράψει για τόσα πολλά, έγραφε κουραστικά, μια που στο γράψιμο έχει σημασία όχι τόσο ο πλούτος του υλικού αλλά της προσωπικότητας του συγγραφέα.  

 

*καγκ: παραδοσιακές κατασκευές από πηλό που χρησιμεύουν για να κοιμάται ή να κάθεται κανείς

Μετάφραση: Λητώ Σεϊζάνη

www.litoseizani.com

 


Εκτύπωση   Email