Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια πανέμορφη πριγκιποπούλα με μαλλιά χρυσά και μάτια γαλάζια, που έμοιαζαν πότε με τον ουρανό και πότε με τη θάλασσα. Ο βασιλιάς πατέρας της, αυστηρός ίσως από υπερβολική διάθεση προστασίας, της έχτισε ένα κάστρο άπαρτο πάνω στο βουνό. Την έκλεισε εκεί μέσα περισσότερο από φόβο, παρά από αγάπη.
Κάθε απόγευμα, η πριγκίπισσα έβγαινε μόνη στην κορφή και αγνάντευε τον κάμπο. Έβλεπε τα χρώματα να αλλάζουν, τα φύλλα των δέντρων να λικνίζονται πριν πέσουν στη γη και αργότερα το χιόνι να τα σκεπάζει. Ύστερα πάλι, έβλεπε τα ίδια δένδρα ν’ ανθίζουν. «Μικρό θαύμα», έλεγε μοναχή της. «Φύσις κρύπτεσθαι φιλεῖ» (Η φύση αγαπά να κρύβεται), σκέφτηκε.
Περίεργο της φάνηκε, σ’ εκείνο το διάσελο ΄τόσο ψηλά πάνω από τον κάμπο, για πρώτη φορά είδε μια αμυγδαλιά πράσινη και ανθοφορούσα. Έπλεξε με χαρά ένα στεφάνι με λεμονανθούς, το έβαλε στα μαλλιά της και σαν νεράιδα του βουνού χόρεψε για τον ερχομό της άνοιξης.
Έτσι την είδε ο νεαρός βοσκός και μαγεύτηκε από την εικόνα της. Είχε και εκείνος πανέμορφα μάτια, σαν τα δικά της, μόνο που ήταν πράσινα. Πήρε θάρρος, την πλησίασε και τη ρώτησε:
— Πώς σε λένε;
— Ροδόσταμη με βάφτισαν.
— Ωραίο όνομα έχεις, μα πιο ωραίο είναι τ’ ανθισμένο στεφάνι στα μαλλιά σου. Λοιπόν, εγώ θα σε λέω Αμυγδαλένια.
— Όπως θες, μου αρέσει, είπε η Ροδόσταμη. Εσένα πώς σε λένε;
— Φανούρη με λένε, είπε, και μέσα από την πουκαμίσα του φανέρωσε τη φλογέρα του.
— Παίξε μου λίγο, σε παρακαλώ. Έχω καιρό να ακούσω μουσική εδώ κλεισμένη.
— Εντάξει, είπε ο Φανούρης, με την προϋπόθεση όμως ότι θα χορέψεις όπως πριν.
Η μελωδία της φλογέρας γέμισε την ψυχή της και ο χορός της γέμισε τη δική του.
— Ξέρεις, είμαι τόσο χαρούμενη που αποφάσισα να σε ονομάσω Ανέστη, γιατί μου ανέστησες γλυκά κρυφές μου επιθυμίες· την λαχτάρα μου για ζωή.
— Λοιπόν, Αμυγδαλενια, πρέπει να φύγω τώρα μη χάσω το κοπάδι μου. Αύριο πάλι εδώ. Σύνθημά μας η φλογέρα μου.
— Θα περιμένω εδώ να φανείς, Ανέστη, πριν η φλογέρα σου ηχήσει.
Έτσι πέρασε ο Μάης, ήρθε το καλοκαίρι και το φθινόπωρο. Οι δύο νέοι δέθηκαν, έμαθαν τι είναι αγάπη, ένιωσαν το φτερούγισμα του έρωτα. Όμως, εκεί στο πρώτο τους φιλί, ο Βασιλιάς που κάτι είχε υποψιαστεί, εμφανίστηκε δείχνοντας αδυσώπητη αυστηρότητα. Πήρε την κόρη του και την έκλεισε ξανά στο κάστρο. Μόλις που πρόλαβε εκείνη να του δώσει το στεφάνι με τους αποξηραμένους λεμονανθούς που πάντα φορούσε, και εκείνος μόλις πρόλαβε να της χαρίσει τη φλογέρα του.
Χωρίστηκαν. Όμως ο Φανούρης έψαχνε τρόπο να επικοινωνήσει μαζί της. Εκεί στη στάνη, στο πάνω διάσελο, κρατώντας σφιχτά στη χούφτα έναν ανθό από το στεφάνι, το έκανε φυλαχτό, το κόλλησε στην καρδιά του και φώναξε να τον ακούσουν οι κάμποι και τα βουνά: «Θα σε ξανάβρω στην κορφή! Γράμματα δεν ξέρω, μα θα βρω τον τρόπο».
Και άρχισε να μαθαίνει να γράφει. Γύριζε και μάζευε λέξεις. «Αγόραζε» λέξεις δίνοντας μια οκά γάλα. Σιγά-σιγά άνθιζε η ψυχή του και γιγάντωνε ο έρωτάς του μέσα από λέξεις αγάπης. Σαν ξανάρθε η άνοιξη, την ημέρα της Ανάστασης, ο Ανέστης κράτησε δύο λαμπάδες. Ξημερώνοντας Πάσχα, ένα αγριοπερίστερο στάθηκε στο παραθύρι του.
«Περιστέρι μου καλό, πήγαινε τούτο το γράμμα στην πριγκίπισσα στο κάστρο, και εγώ θα σε παίρνω μαζί μου στο διάσελο να διαφεντεύεις όλο τον ουρανό και άρχοντα πιο τρανό απ’ τον αετό θε να σε κάνω».
Η Ροδόσταμη, που τώρα κανείς δεν την έλεγε πια Αμυγδαλένια, με ένστικτο, ταλέντο και υπομονή έμαθε να παίζει τη φλογέρα, μόνο και μόνο γιατί της άρεσε να την κρατά. Θυμόταν τις μελωδίες του Ανέστη. Κάθε δείλι μαζεύονταν κάτω από το παράθυρό της τα πουλιά και έστηναν τον δικό τους χορό, σιγοντάροντας με το κελάϊδισμά τους. Σαν έβγαινε στην αυλή, το θρόισμα των φύλλων κρατούσε ισοκράτημα στον απαλό ήχο της φλογέρας, που ανέβαινε σαν θυμίαμα στον ουρανό.
Όταν είδε το περιστέρι, η Αμυγδαλένια αναρίγησε. Αναρωτήθηκε τι μήνυμα να ήταν αυτό. Ο νους της πήγε στον Ανέστη, αλλά δεν τολμούσε να το πει, μην τυχόν και "ματιάσει" τα νέα. Άρχισε να διαβάζει και είδε μπροστά της ζωντανή την εικόνα του και άκουσε τη φωνή του μέσα από τις λέξεις:
Σε τούτη την κορφή λέξεις ψάχνω π’ αξίζουν
υπερκόσμια, βουνοκαστρένια να σ’ ορίζουν.
Φεγγαροπρόσωπη και τριανταφυλλένια μου,
Ροδαυγή η ματιά σου η ζαφειρένια μου.
Είσαι η Αυγινή μου, η πρώτη ηλιαχτίδα,
μυροβόλος, σεληνόφωτη δροσοσταλίδα.
Νεραϊδένια η μορφή, η αγγελοπλασμένη,
κρινοσταλαχτή είναι και δαφνοστεφανωμένη.
Ανθόσπαρτη κυπαρισσένια μου,
Ροδόσταμη και ιμερτή μου,
λαμπηδόνα μου αμάραντη,
αστρολουσμένη, ευωδιαστή εαρινή μου.
Χάρη έχεις κρυσταλλένια,
πορφυρή και μαργαριταρένια,
χαρίεσσα, λαμπερόκορμη,
ορτανσία μου αμυγδαλενια.
Άσπιλη παραμυθένια μου
λεμονανθένια ιμερτή μου
κοραλλένια μου πολύτιμη
αστρολουσμένη θαρρετή παντοτινή μου
Η Ροδόσταμη λάτρεψε τις λέξεις, μα πιότερο λάτρεψε τον Ανέστη
Ω! τι ευλογία. Η καρδιά χοροπηδούσε. Στα γόνατα, με φωνή τρεμάμενη παρακάλεσε: «Άσε με, πατέρα, μόνο μια φορά να βγω στο διάσελο να τον δω... μόνο μια». Ο βασιλιάς, γονιός ήταν κι αυτός μπορεί και κάτι να θυμόταν από παλιούς του έρωτες. «Εντάξει... μόνο μια φορά. Αύριο».
Ο Ανέστης είδε το περιστέρι στο παραθύρι του με ένα μικρό χαρτί στο πόδι: «Αύριο, Ανέστη μου, στο ίδιο μέρος... αύριο».
Ήταν κείνη η τελευταία αγκαλιά τους θαλπωρή, λύτρωση, αγάπη και έρωτας. Ήταν κείνη η τελευταία αγκαλιά τους γαλήνη, ελπίδα και υπόσχεση: για πάντα μαζί!!, μα πως;
Άρχισαν να κλαίνε από χαρά και τα δάκρυά τους έγιναν μικρά ρυάκια. Η φλογέρα συνόδευε το κελάρυσμά τους καθώς κατηφόριζαν στον λόφο.
Τα ρυάκια έγιναν ποτάμι, το ποτάμι πλημμύρισε τον κάμπο και γεννήθηκαν δύο λίμνες: μία με γαλανά και μία με πράσινα νερά, σφιχτά αγκαλιασμένες για πάντα.
Στα νερά της λίμνης, λένε, πως κάθε πανσέληνο βλέπεις τα χρώματα να ενώνονται σε γαλαζοπράσινα κορμιά, αγκαλιασμένα στο φεγγαρόφωτο. Μα στα νερά της λίμνης θα φανεί η οπτασία τους μόνο αν αληθινά πιστέψεις τούτη την ιστορία.
Κείμενο: Δημήτριος Δουγένης
