Όταν πήγαινα σχολείο, οι εκφράσεις «κλιματική αλλαγή», «φαινόμενο του θερμοκηπίου», «υπερθέρμανση του πλανήτη», «τρύπα του όζοντος», «λειώσιμο των πάγων», «οικολογικό αποτύπωμα» ήταν άγνωστες. Στο δημοτικό μας έβαζαν κάθε χρόνο μόλις άρχιζαν τα μαθήματα, να γράφουμε τις εξής στερεότυπες εκθέσεις: «Πώς πέρασα τις διακοπές μου» και «Τα πρωτοβρόχια».
Ήταν, δε, τα πρωτοβρόχια ένα φυσικό φαινόμενο που δεν υπάρχει πια. Ήταν βροχές που έπεφταν το φθινόπωρο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο, μετά από ένα συνήθως ολόστεγνο καλοκαίρι. Ήταν ψιλές βροχούλες που έπεφταν απαλά για να δροσίσουν το περιβάλλον, να ποτίσουν το χώμα και να μας προετοιμάσουν για τον χειμώνα και για κάπως πιο δυνατές βροχές. Που και αυτές, όμως, σπανίως ήταν σαν τις σημερινές πλημμύρες. Καμμιά φορά όταν διαρκούσαν λίγο παραπάνω και είχαν κάπως μεγαλύτερη ένταση λέγαμε «πω πω κατακλυσμός!» αλλά κατακλυσμός δεν ήταν με τίποτα. Απλώς εμείς ήμασταν υπερβολικοί και δεν είχαμε δει ακόμα τους πραγματικούς κατακλυσμούς και τις πλημμύρες που άρχισαν να συμβαίνουν τις επόμενες δεκαετίες, του ’90, του 2000, και ούτω καθ’εξής στην Ελλάδα και παντού στον κόσμο, με ακραία φυσικά φαινόμενα που κάποτε πιστεύαμε ότι συνέβαιναν μόνο σε τροπικά μέρη.
Θυμάμαι εκείνα τα πρωτοβρόχια που έφερναν μια μελαγχολία στην ψυχή έτσι όπως καθόμουν πίσω απ’το τζάμι και τα έβλεπα να βρέχουν τις πλάκες της ταράτσας μας. Κάτι ψιχάλες που άφηναν αρχικά μικρές στρογγυλές κηλίδες και στη συνέχεια πιο πυκνές, πότιζαν τις γλάστρες μας και προφανώς πότιζαν και κάτι άλλο που έχει εκλείψει σήμερα, τα δάση του λεκανοπεδίου, στην Πάρνηθα και την Πεντέλη.
Τότε δεν υπήρχαν καύσωνες με τη μορφή που τους ξέρουμε τώρα, υπήρχαν βέβαια πολύ ζεστές μέρες που έβραζε η Αθήνα αλλά δεν διαρκούσαν πάρα πολύ. Τέλος πάντων, η ζέστη ήταν ευπρόσδεκτη ακόμα κι αν έμενες στην πόλη γιατί δεν ήταν εντελώς γεμάτη από πολυκατοικίες, και κάπως κατάφερνε να τρυπώσει ένα αεράκι το βράδυ ενώ υπήρχαν ακόμα μερικές φυστικιές και νερατζιές που κάπως βοηθούσαν κι αυτές την κατάσταση. Ο πρώτος αληθινός καύσωνας χτύπησε το 1987 και όποιος τον έζησε δεν μπορεί να τον ξεχάσει. Είχε μεγάλη διάρκεια και η Ελλάδα ολόκληρη έβραζε σαν καμίνι. Η θάλασσα δεν σε δρόσιζε, ήταν σαν ζεστή σούπα. Οι τοίχοι των σπιτιών σχεδόν έβγαζαν αχνούς και αν ακουμπούσες κάτι μεταλλικό, πάθαινες έγκαυμα. Τότε δυστυχώς πέθαναν περίπου χίλιοι άνθρωποι, άλλοι ηλικιωμένοι και άλλοι νεότεροι που είχαν αναπνευστικές παθήσεις. Τότε άρχισαν όλοι να σκέφτονται για πρώτη φορά την εγκατάσταση κλιματιστικού που καλό και σωτήριο είναι για τους εσωτερικούς χώρους αλλά υπερφορτώνει το δίκτυο και βγάζει πολύ ζεστό αέρα στο εξωτερικό των διαμερισμάτων συμβάλλοντας σε περαιτέρω άνοδο της θερμοκρασίας.
Αλλά ας επανέλθω στα ευχάριστα πρωτοβρόχια που τα παιδιά του σχολείου τα περιέγραφαν κάπως έτσι:
«Χθες άρχισαν τα πρωτοβρόχια. Τα υποδεχτήκαμε με έκπληξη και αρχίσαμε να ψάχνουμε τις κάλτσες μας και τα κλειστά μας παπούτσια. Τώρα θα φορέσουμε πιο χοντρά ρούχα. Στην ύπαιθρο οι γεωργοί σκέφτονται ότι τώρα θα ποτιστεί η γη τους που τόσο πολύ χρειάζεται το νερό για να βγάλει καρπούς. Κι εμείς εδώ στην πόλη, όμως, βλέπουμε πως κάτι αλλάζει. Μερικά δέντρα που λέγονται φυλλοβόλα αρχίζουν να γίνονται κόκκινα ή χρυσαφιά. Σε λίγο θα χάσουν τα φύλλα τους και θα μείνουν γυμνά.
Το ξένοιαστο καλοκαίρι τελείωσε λοιπόν, πρέπει να πούμε αντίο στις παραλίες και να σκεφτούμε ότι ξεκινούν τα μαθήματα με πολλές υποχρεώσεις για μας τα παιδιά.»
Κάτι τέτοιες κοινοτοπίες γράφαμε κάθε χρόνο, ξέραμε ότι ήταν ανούσια όλ’αυτά διότι ήμασταν παιδιά των πόλεων και ιδέα δεν είχαμε για το πώς πραγματικά σκέφτονταν οι γεωργοί και οι κτηνοτρόφοι…
Κείμενο: Λητώ Σεϊζάνη
