Η τελειότητα

Η τελειότητα

Υποψήφιο για το έγκυρο βραβείο Booker στην κατηγορία της μεταφρασμένης στα αγγλικά ξένης λογοτεχνίας, ήταν φέτος Η τελειότητα του Ιταλού συγγραφέα Vincenzo Latronico.

Ήρωες του βιβλίου, η Άννα και ο Τομ, ένα ζευγάρι μεταξύ 25 και 30 ετών, από την Ιταλία, όπως υποθέτει ο αναγνώστης. Πηγαίνουν να ζήσουν στο Βερολίνο όπως πολλοί συμπατριώτες τους αλλά και άλλοι Ευρωπαίοι, μια δεκαετία περίπου πριν από την πανδημία.

Παρακινημένοι από μια ιδέα ελευθερίας, σκέφτονται ότι θα δουλεύουν από το σπίτι σαν ελεύθεροι επαγγελματίες και δημιουργοί ψηφιακού περιεχομένου, θα ζουν σε μια όμορφη πόλη με φτηνά και ευρύχωρα διαμερίσματα που τα περιβάλλει η κομψότητα των αρχών του 20ού αιώνα αλλά και ο μύθος της γερμανικής πρωτεύουσας, της άλλοτε χωρισμένης στα δύο, που ενώθηκε ξανά.

Παρακινημένοι επίσης από την αίσθηση μιας εύκολης περιπέτειας στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, η Άννα και ο Τομ αφήνουν το γνωστό, πνιγηρό περιβάλλον της μικρής τους πόλης στην πατρίδα τους (που είχε κάτι το «επαρχιώτικο, το μπαγιάτικο») και βρίσκονται στη μεγαλούπολη που είναι γεμάτη από νέους κάθε εθνικότητας.

Καθώς έφευγαν από την χώρα τους έβγαλαν μια φωτογραφία στο αεροδρόμιο λίγο πριν ξεκινήσουν για την εγκατάστασή τους στο Βερολίνο.

Στην νέα τους ζωή δουλεύουν μαζί, γίνονται ουσιαστικά μια οντότητα. Σπανίως τους βλέπει ο αναγνώστης να καυγαδίζουν αφού είναι στην κυριολεξία ένα πρόσωπο, ό,τι ισχύει για τον έναν, ισχύει και για την άλλη. Ζουν μαζί όλο τον πυρετό της άνθισης του ίντερνετ και της επιτυχίας που προσφέρεται μέσω αυτού σε ορισμένους συνομηλίκους τους. Οι ίδιοι έχουν μια άνετη ζωή, έχουν χρόνο ν’ανακαλύψουν την πόλη που τους φιλοξενεί.

«Το Βερολίνο ήταν ουσιαστικά η κύρια ενασχόλησή τους − να το παρατηρούν, να το καταλαβαίνουν, να νιώθουν αναπόσπαστο μέρος του. Υπό μία έννοια, τους καθόριζε περισσότερο από το επάγγελμά τους, το οποίο ναι μεν τους άρεσε, αλλά όχι τόσο ώστε να του αφιερώσουν περισσότερη ενέργεια από την απολύτως απαραίτητη. Η δουλειά ήταν κάτι που τους είχε τύχει. Το Βερολίνο αυτό που είχαν επιλέξει.»

Η Άννα και ο Τομ ενδιαφέρονται κυρίως για την αισθητική, την τέχνη, την πρωτοπορία αλλά και για τις κοινωνικές και πολιτικές συγκυρίες της εποχής τους. Τους απασχολεί το ζήτημα του gentrification («εξευγενισμό» το αποδίδει η μεταφράστρια και η ελληνική Βικιπαίδεια, η ρίζα του έχει να κάνει με τους Άγγλους γαιοκτήμονες, την χαμηλότερη τάξη της αριστοκρατίας, landed gentry : σήμερα το χρησιμοποιούμε για την απόκτηση ακίνητης περιουσίας εκ μέρους των πλούσιων νεοφερμένων μιας πόλης που ουσιαστικά εκδιώκουν τους ντόπιους παλιούς κατοίκους που έμεναν στα διαμερίσματα ή σε καταλήψεις αλλά τώρα δεν έχουν τα μέσα να πληρώσουν τόσα πολλά για ενοικίαση ή αγορά με τις καινούριες τιμές που έφερε η μεγάλη ζήτηση).

Το 2015 με την έλευση του ενός εκατομμυρίου νεαρών προσφύγων από την Συρία στη Γερμανία, η Άννα και ο Τομ συμμετέχουν στην προσπάθεια υποστήριξης των νέων αυτών, συγκεντρώνοντας ό,τι θα τους είναι απαραίτητο για τις πρώτες μέρες τους στον καταυλισμό που έχει στηθεί σε ένα παλιό αεροδρόμιο.

Αλλά ενώ στην αρχή αυτή η δραστηριότητα τους γεμίζει με την αίσθηση της προσφοράς, σύντομα αντιλαμβάνονται ότι όπως και με την δουλειά τους, όπως και με τις διεθνείς παρέες τους που ποτέ δεν μένουν σταθερές γιατί όλο κάποιος φεύγει για λίγο ή για πάντα, όπως και με την ερωτική τους ζωή που δεν είναι ιδιαίτερα ικανοποιητική, υπάρχει διαρκώς κάτι που λείπει από την εικόνα της Τελειότητας, την οποία είχαν πιστέψει ότι θα έβρισκαν στο Βερολίνο.

Δοκιμάζουν σύντομα ταξίδια στο εξωτερικό, υπενοικιάζοντας το διαμέρισμά τους για να καλύψουν τα έξοδά τους. Ούτε κι αυτό τους ευχαριστεί. Φεύγουν για την Λισσαβώνα με σκοπό ν’αποφύγουν τον επόμενο κρύο χειμώνα του Βερολίνου, θέλοντας να μείνουν αρκετά στην πορτογαλική πρωτεύουσα και να εργαστούν από εκεί όπως πολλοί ψηφιακοί νομάδες. Οι συνθήκες που βρίσκουν σ’αυτή την πόλη τους απογοητεύουν οπότε φεύγουν για να δοκιμάσουν την Σικελία. Κι εκεί απογοήτευση.

Επιστρέφουν στο Βερολίνο αλλά και πάλι αισθάνονται πως κάτι έχει αλλάξει. Μένουν για λίγο μα νοιώθουν ξένοι, στην ζωή τους υπάρχει ξανά ένα κενό…

Αυτό που λείπει από την Άννα και τον Τομ, ίσως και από άλλους «κατοίκους» της εποχής της παγκοσμιοποίησης, μπορεί κάθε αναγνώστης να το ερμηνεύσει διαφορετικά. Η αφθονία, η πολυτέλεια, η δυνατότητα των τόσων ταξιδιών, η «τελειότητα» της ελευθερίας, του χρήματος, της καλαισθησίας. Η υπερ-προσφορά, ο καταναλωτισμός. Τι είναι πραγματικά ο άνθρωπος; Αυτό που νοιώθει ή αυτό που δείχνει με τις φωτογραφίες που ανεβάζει στο ίντερνετ; Η πραγματικότητα είναι διαφορετική, όχι τόσο τέλεια. Οι μετανάστες πολυτελείας από τη μια πλευρά, οι πρόσφυγες της ανάγκης από την άλλη. Η μοναξιά, η προσκόλληση στα υλικά αγαθά και η διάψευση των ιδανικών.

Ένα καλογραμμένο βιβλίο που γεννάει διάφορα ερωτήματα σχετικά με το ανικανοποίητο στην εποχή της αφθονίας. Ο συγγραφέας το έγραψε μέσα στην πανδημία, ακολουθώντας με ακρίβεια την δομή του βιβλίου «Τα πράγματα» του Ζωρζ Περέκ.

«Η τελειότητα» κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Loggia σε μετάφραση Δ.Δότση.

Κείμενο: Λητώ Σεϊζάνη

www.litoseizani.com


Εκτύπωση   Email