Το ψάρι στο δάσος
Ιταλικό λαϊκό παραμύθι από το Abruzzo
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας αγρότης που δούλευε για τον άρχοντα του κάστρου.
Μια μέρα, επιστρέφοντας από το δάσος όπου είχε μαζέψει καυσόξυλα, βρήκε μια τσάντα στο μονοπάτι. Την άνοιξε και μέσα υπήρχαν μερικά χρυσά νομίσματα.
Αμέσως έτρεξε σπίτι για να δείξει στη γυναίκα του τα νομίσματα. Δεν ήταν πολλά, αλλά με αυτά δεν θα είχαν άλλα προβλήματα για πολύ καιρό.
«Πρέπει να τα κρύψουμε», είπε ο αγρότης. «Αν το μάθει ο άρχοντας του κάστρου, σίγουρα θα πει ότι είναι δικά του και θα μας τα πάρει».
«Ναι, ναι», απάντησε η γυναίκα του. «Ας τα κρύψουμε κάτω από το κρεβάτι!»
Και έτσι έκαναν, έκρυψαν τα νομίσματα κάτω από το κρεβάτι.
Η γυναίκα του αγρότη ήταν εκτός εαυτού από χαρά, και ο αγρότης σκέφτηκε ότι με όλο αυτόν τον ενθουσιασμό, μπορεί να της ξέφευγε στις φίλες της το τι είχε συμβεί.
Όπως ακριβώς το είχε μαντέψει ο αγρότης, την ίδια μέρα η γυναίκα του είπε στις φίλες της για την καλή τύχη που είχαν, εν μέρει χάρη σε μερικά χρυσά νομίσματα που είχαν βρει τυχαία...
Ο αγρότης συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να σκεφτεί κάτι για να αποφύγει να του κλέψουν τα νομίσματα. Μόλις η γυναίκα έφυγε από το σπίτι για να πάει στο πηγάδι για λίγο νερό, ο αγρότης πήρε αμέσως τα νομίσματα και τα έκρυψε στη σοφίτα. Όταν η γυναίκα του επέστρεψε, εκείνος αναφώνησε:
"Αύριο θα πάμε για ψάρεμα στο δάσος!"
"Μα δεν υπάρχει ούτε ρυάκι στο δάσος..." απάντησε η γυναίκα.
"Πίστεψέ με, αύριο θα βρούμε πολλά ψάρια στο δάσος."
Η γυναίκα τον κοίταξε περίεργα, αλλά τον εμπιστεύτηκε και δεν είπε τίποτα.
Την επόμενη μέρα, ο αγρότης σηκώθηκε πολύ νωρίς χωρίς να ξυπνήσει τη γυναίκα του και πήγε στην αγορά για να αγοράσει μερικά ψάρια και λουκουμάδες. Στη συνέχεια έτρεξε στο δάσος και άφησε τα ψάρια εδώ κι εκεί στο έδαφος, και κρέμασε τους λουκουμάδες στα κλαδιά ενός δέντρου.
Κατάφερε να γυρίσει σπίτι εγκαίρως, ακριβώς πριν ξυπνήσει η γυναίκα του. Μετά το πρωινό, ο αγρότης πήγε τη γυναίκα του στο δάσος, όπου βρήκαν αμέσως ένα ψάρι στο έδαφος.
"Μα υπάρχει ένα ψάρι εδώ!" αναφώνησε η γυναίκα. "Και να ένα άλλο!"
"Τι σου είπα; Είναι μια υπέροχη εποχή για να κυνηγάς ψάρια στο δάσος!" απάντησε ο αγρότης.
"Και κοίτα εδώ, άντρα μου, ένα δέντρο γεμάτο λουκουμάδες."
Ο αγρότης χαμογέλασε αλλά δεν εξεπλάγη. Μάλιστα, είπε στη γυναίκα του ότι ήταν απολύτως φυσιολογικό να βρίσκει δέντρα γεμάτα με λουκουμάδες εκείνη την εποχή του χρόνου. Οι δυο τους εφοδιάστηκαν με τα τρόφιμα που βρήκαν και επέστρεψαν σπίτι χαρούμενοι και ικανοποιημένοι.
Την επομένη, οι ψίθυροι για την καλή τύχη των δύο αγροτών έφτασαν στον άρχοντα του κάστρου, ο οποίος, ενθουσιασμένος, τους κάλεσε στην αυλή.
«Φήμες λένε ότι βρήκατε χρυσά νομίσματα στο δάσος», τους ρώτησε ο άρχοντας του κάστρου.
«Αυτό δεν είναι καθόλου αλήθεια, κύριε...» απάντησε ο αγρότης.
«Δεν το πιστεύω, η γυναίκα σας το έχει πει σε όλους! Και ξέρω επίσης ότι τα κρατάτε κρυμμένα κάτω από το κρεβάτι!»
Ο αγρότης, αναστενάζοντας και κουνώντας το κεφάλι του, απάντησε:
«Συγγνώμη, κύριέ μου, αλλά η γυναίκα μου είναι λίγο τρελή τελευταία, δεν μπορείτε να πιστέψετε τα λόγια της.»
«Τρελή εγώ;» είπε η γυναίκα του θυμωμένη. «Δεν είμαι τρελή! Γύρισες σπίτι με τα χρυσά νομίσματα την προηγούμενη μέρα που πήγαινες για ψάρεμα στο δάσος!»
«Κυνηγάτε ψάρια στο δάσος;» ρώτησε ο άρχοντας.
«Ναι, ναι, ψάχνουμε ψάρια στο δάσος. Βρήκαμε πολλά, και μετά βρήκαμε ακόμη και ένα δέντρο γεμάτο λουκουμάδες!»
Ο άρχοντας του κάστρου κοίταξε τον αγρότη, ο οποίος σήκωνε τους ώμους του και κουνούσε το κεφάλι του με θλίψη, θεωρώντας ότι η γυναίκα του ήταν λίγο τρελή.
Ο άρχοντας παρ' όλα αυτά έβαλε τους φρουρούς να ψάξουν κάτω από το κρεβάτι των αγροτών, όπου εννοείται ότι δεν βρήκαν τίποτα.
Ο αγρότης μπόρεσε έτσι να κρατήσει τα χρυσά νομίσματα, τα οποία χρησιμοποιούσε σιγά σιγά, χωρίς να τραβάει την προσοχή. Και η γυναίκα του, ως μάθημα, έμαθε να μην εμπιστεύεται πολύτιμα μυστικά στους φίλους της, και αντ' αυτού, κατάφερε ν’απολαύσει μια γαλήνια και ήσυχη ζωή με τον σύζυγό της.
Μετάφραση: Λητώ Σεϊζάνη
