Δεν ξέρω πόσοι άνθρωποι σε χώρες του δυτικού κόσμου στην καθημερινότητά τους σκέφτονται τις απάνθρωπες συνθήκες στις οποίες ζουν άλλοι άνθρωποι σε άλλα μέρη της γης. Πάντως υπάρχουν βιβλία, ντοκυμανταίρ και φωτογραφίες που μας αφυπνίζουν ξαφνικά από τις συνήθειές μας, μας κάνουν κάπως πιο ευαίσθητους, έστω και για λίγο.
Ένας από τους πιο γνωστούς φωτογράφους διεθνώς, ο Sebastião Salgado (1944-2025) αφηγείται στο βιβλίο του From my Land to the Planet την ιστορία της ζωής του. Αφηγείται με συναίσθημα, με ειλικρίνεια, με αυθορμητισμό.
Στο εξώφυλλο της προσεγμένης έκδοσης του 2014 από τις εκδόσεις contrasto δεν υπάρχει, όπως θα περιμέναμε, μια από τις χαρακτηριστικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες του αλλά μια δήλωση:
«Λατρεύω την φωτογραφία, το να τραβάω φωτογραφίες, να κρατάω την φωτογραφική μου μηχανή, να επιλέγω το καδράρισμα, να παίζω με το φως. Μ’αρέσει να ζω με τους ανθρώπους, να παρατηρώ τις κοινότητές τους, τώρα επίσης μ’αρέσουν και τα ζώα, τα δέντρα, οι βράχοι. Είναι μια ανάγκη που βγαίνει από μέσα μου βαθιά. Είναι αυτή η επιθυμία να φωτογραφίζω που πάντα με ωθεί να φεύγω πάλι, να πηγαίνω να δω κάτι διαφορετικό. Να τραβάω διαρκώς καινούριες εικόνες».
Αφήνοντας μαζί με την αρχιτέκτονα σύζυγό του Λέλια (την οποία συχνά αναφέρει σαν πιστή σύντροφο και συνεργάτρια σε όλες τις δουλειές του, σαν ακρογωνιαίο λίθο και κινητήριο δύναμη της επιτυχίας του) την πατρίδα του Βραζιλία για πολιτικούς λόγους το 1969, ο S.Salgado εγκαταστάθηκε στο Παρίσι όπου έχτισε την καριέρα του δουλεύοντας με τα μεγαλύτερα φωτογραφικά και ειδησεογραφικά πρακτορεία. Η μεγάλη του αγάπη, όπως λέει, ήταν πάντοτε οι άνθρωποι. Τους φωτογράφισε στα πιο απομακρυσμένα μέρη του κόσμου, προσέγγισε τις πιο πρωτόγονες φυλές, παρακολούθησε την ανθρωπότητα στις πιο δύσκολες στιγμές της. Μέσα στον πόλεμο, την πείνα, τη βία, την εξορία. Μέσα στη φτώχεια, την αρρώστια, την εξαθλίωση από δουλειές βαριές και απάνθρωπες. Φωτογράφισε τους ανθρώπους με σεβασμό, πάντοτε ζητώντας τους την άδεια πρώτα, πάντοτε κερδίζοντας την εμπιστοσύνη τους καθώς τους συνόδευε επί ολόκληρους μήνες στις μετακινήσεις τους. Στη Ρουάντα, έναν τόπο που αγάπησε πολύ, το 1994 έζησε το δράμα της γενοκτονίας των Τούτσι που σφαγιάστηκαν από την αντίπαλη φυλή των Χούτου. Μέσα σ’αυτή τη δίνη έμαθε ο Salgado ότι ανάμεσα στα θύματα ήταν ένας καλός του φίλος με την οικογένειά του.
Τα κοινωνικά προβλήματα, τα πολιτικά προβλήματα, τα οικονομικά προβλήματα τον απασχολούν απ’την αρχή μέχρι το τέλος της καριέρας του. Με τον τρόπο του γίνεται ακτιβιστής, γίνεται εκπρόσωπος του Τρίτου Κόσμου, με τις εικόνες του μιλάει για λογαριασμό όλων αυτών που δεν έχουν τρόπο να μιλήσουν.
Εκτός από τις άγνωστες φυλές που ζουν ακόμα με πρωτόγονο τρόπο αλλά αρχίζουν να εκλείπουν λόγω της «προόδου», ο φωτογράφος αποφάσισε να καταπιαστεί και με την πανίδα και την χλωρίδα του πλανήτη που επίσης υποφέρει από την υπερκατανάλωση και την υπερεκμετάλλευση του φυσικού του πλούτου. Επί οκτώ χρόνια ταξίδεψε παντού για να φωτογραφίσει «ηφαίστεια, αμμόλοφους, παγετώνες, δάση, ποτάμια, φαράγγια, φάλαινες, ταράνδους, λιοντάρια, πελεκάνους, τον κόσμο της ζούγκλας, την έρημο και τους πάγους».
Η γνωριμία του με τη φύση τον ώθησε να ιδρύσει το Instituto Terra, το Ινστιτούτο της Γης, μέσω του οποίου ο ίδιος και η γυναίκα του μαζί με συνεργάτες τους προέβησαν στην αποκατάσταση ενός τμήματος του Δάσους του Ατλαντικού στην Βραζιλία.
Στο βιβλίο του ο Salgado μιλάει με συγκίνηση για κάθε απρόσμενη συνάντηση, για κάθε μια από τις επιτυχίες του, τις εκθέσεις, τα βιβλία, τα βραβεία με τα οποία τιμήθηκε, για τους δυο γιούς του –τον μεγάλο που τον συνόδευσε συχνά στα ταξίδια του αλλά και για τον μικρό που, έχοντας σύνδρομο Ντάουν, έφερε μια άλλη διάσταση στην ζωή της οικογένειας, μια διάσταση δύσκολη αλλά ταυτόχρονα τρυφερή.
Την αυτοβιογραφική του διήγηση συνοδεύουν οι εντυπωσιακές, μοναδικές του ασπρόμαυρες φωτογραφίες καθώς και τεχνικές επεξηγήσεις για την φωτογραφική του τεχνική, τον εξοπλισμό και άλλες λεπτομέρειες γύρω από το επάγγελμά του.
Για όσους μαγεύτηκαν από μια σκηνή στην Οδύσσεια του Νόλαν, εκεί που η Κίρκη μεταμορφώνει (μέσω του φαγητού) τους συντρόφους του Οδυσσέα σε γουρούνια, φαίνεται ότι ο συσχετισμός ήταν γνωστός και σε άλλους πολιτισμούς. Να τι μας λέει ο S.Salgado για την φυλή των Kamayurá που ζει σε έναν παραπόταμο του Αμαζονίου στη Βραζιλία. Η συνάντησή του μαζί τους έγινε το 2005 : «Κοντά στους Kamayurá, γνώρισα το amaricumá, μια ιεροτελεστία κατά την οποία οι γυναίκες παίρνουν την εξουσία. Σύμφωνα με την παράδοση, κάποια μέρα οι άντρες πήγαν να κυνηγήσουν και ως δια μαγείας μεταμορφώθηκαν σε γουρούνια. Όταν επιστρέφουν στο χωριό τους, οι γυναίκες τους χτυπάνε και αρχίζουν να τους συμπεριφέρονται όπως στα γουρούνια. Εκείνες αναλαμβάνουν την διοίκηση της φυλής, οργανώνουν το ψάρεμα (το ψάρι είναι η κύρια τροφή τους) κ.ο.κ. Στην διάρκεια της ιεροτελεστίας που διαρκεί ένα μήνα, οι γυναίκες δίνουν διαταγές στους άντρες που είναι υποχρεωμένοι να τις υπηρετήσουν. Μετά η ζωή ξαναγίνεται όπως πρώτα».
Υπάρχουν βιβλία που όταν τα τελειώνεις, αισθάνεσαι πιο πλούσιος. Σου ανοίγουν μια πόρτα και κατανοείς τον κόσμο με διαφορετικό τρόπο. Σ’αυτή την περίπτωση, χάρη στην αφήγηση και τις εικόνες του S.Salgado, κατανοείς όλο τον κόσμο, όλους τους ανθρώπους, όλα τα ζώα, όλα τα φυτά, όλους τους τόπους πάνω στη γη.
Κείμενο: Λητώ Σεϊζάνη
